αρεοπαγίτης


αρεοπαγίτης
[ариопагитис] ουσ. а. (ιστ.) ареопагит, член. Αρειος

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αρεοπαγίτης" в других словарях:

  • Ἀρεοπαγίτης — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αρεοπαγίτης — ο (Α Ἀρεοπαγίτης κ. Ἀρειοπαγίτης) μέλος του Αρείου Πάγου αρχ. αυστηρός και ολιγόλογος (παροιμ., «Άρειοπαγίτου στεγανώτερος») …   Dictionary of Greek

  • Αρεοπαγίτης — ο μέλος του Αρείου Πάγου (του αρχαίου ή του σημερινού) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης — (1ος αι. μ.Χ.). Αθηναίος, μέλος του Αρείου Πάγου. Μετά το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου στον Άρειο Πάγο, έγινε χριστιανός και φέρεται ως ο πρώτος επίσκοπος Αθηνών. Ο Δ. μαρτύρησε στην εποχή του Δομιτιανού. Είναι πολιούχος της Αθήνας και η μνήμη… …   Dictionary of Greek

  • Ἀρεοπαγίται — Ἀρεοπαγίτης masc nom/voc pl Ἀρεοπαγίτᾱͅ , Ἀρεοπαγίτης masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρεοπαγιτῶν — Ἀρεοπαγίτης masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρεοπαγίταις — Ἀρεοπαγίτης masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρεοπαγίτην — Ἀρεοπαγίτης masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρεοπαγίτου — Ἀρεοπαγίτης masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρεοπαγίτῃ — Ἀρεοπαγίτης masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)